Απαντώ σε αυτό που πραγματικά ειπώθηκε ή σε αυτό που με πόνεσε;

Στην ανθρώπινη επικοινωνία δεν ακούμε ποτέ μόνο λέξεις. Ακούμε μέσα από τις εμπειρίες μας, τις προσδοκίες μας, τις ευαισθησίες μας, τους φόβους μας και όλα όσα έχουμε μάθει να περιμένουμε από τις σχέσεις μας.

Γι’ αυτό και δύο άνθρωποι μπορούν να ακούσουν ακριβώς την ίδια φράση και να την αντιληφθούν με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Για τον έναν μπορεί να είναι μια απλή παρατήρηση. Για τον άλλον μπορεί να ακουστεί σαν κριτική, απόρριψη, αμφισβήτηση ή επίθεση.

Το σημαντικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο «τι μου είπε ο άλλος;», αλλά και:

«Τι άκουσα εγώ μέσα σε αυτό που μου είπε;»

Και ακόμη περισσότερο:

«Απαντώ σε αυτό που πραγματικά ειπώθηκε ή σε αυτό που με πόνεσε;»

Όταν οι λέξεις περνούν μέσα από το προσωπικό μας φίλτρο

Κάθε μήνυμα που δεχόμαστε περνά, συνειδητά ή ασυνείδητα, μέσα από ένα προσωπικό φίλτρο.

Το φίλτρο αυτό διαμορφώνεται από προηγούμενες σχέσεις, οικογενειακές εμπειρίες, στιγμές απόρριψης, απογοητεύσεις, ανασφάλειες, αλλά και από τη γενικότερη εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.

Έτσι, μια φράση όπως: «Θα μπορούσες να το είχες χειριστεί διαφορετικά» μπορεί αντικειμενικά να αποτελεί μια παρατήρηση για μια συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Κάποιος όμως μπορεί να την ακούσει ως: «Δεν είσαι αρκετά ικανός.»

Ή: «Πάλι απέτυχες.»

Ή ακόμη: «Δεν σε εκτιμώ.»

Το πρόβλημα δεν είναι ότι το συναίσθημα που προκύπτει είναι «λάθος». Το συναίσθημα είναι πραγματικό. Αν νιώσαμε απόρριψη, θυμό, ντροπή ή φόβο, αυτό που νιώσαμε έχει σημασία.

Χρειάζεται όμως να κάνουμε μια σημαντική διάκριση:

Το συναίσθημά μας είναι πραγματικό, αλλά η ερμηνεία που το δημιούργησε δεν είναι πάντοτε η μοναδική πιθανή εκδοχή της πραγματικότητας.

Αυτή η διάκριση είναι βασική για μια πιο ώριμη και συνειδητή επικοινωνία.

Δεν αντιδρούμε πάντα στο παρόν

Υπάρχουν φορές που μια μικρή φράση προκαλεί μια δυσανάλογα μεγάλη αντίδραση.

Ίσως ο άλλος να έκανε ένα σχόλιο και εμείς να θυμώσαμε έντονα. Ίσως να απομακρυνθήκαμε. Ίσως να απαντήσαμε επιθετικά, να κλείσαμε τη συζήτηση ή να θεωρήσαμε ότι ο άλλος είχε πρόθεση να μας μειώσει.

Σε τέτοιες στιγμές αξίζει να αναρωτηθούμε:

Μήπως αυτό που συνέβη τώρα άγγιξε κάτι που ήδη υπήρχε μέσα μου;

Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος που έχει μεγαλώσει σε περιβάλλον έντονης κριτικής μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος σε κάθε παρατήρηση.

Ένας άνθρωπος που έχει βιώσει απόρριψη μπορεί να ερμηνεύει την ανάγκη του άλλου για προσωπικό χώρο ως εγκατάλειψη.

Κάποιος που έχει συνηθίσει να πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει την αξία του μπορεί να βιώνει μια διαφωνία ως αμφισβήτηση ολόκληρης της προσωπικότητάς του.

Τότε η αντίδραση δεν αφορά μόνο το παρόν. Το παρόν ενεργοποιεί κάτι παλιότερο.

Και πολλές φορές, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί μας καλείται να απαντήσει όχι μόνο για όσα είπε ο ίδιος, αλλά και για όλα όσα έχουμε ακούσει, φοβηθεί ή βιώσει στο παρελθόν.

Η διαφορά ανάμεσα στο γεγονός και στην ερμηνεία

Μια χρήσιμη πρακτική είναι να προσπαθούμε να ξεχωρίζουμε τρία επίπεδα:

Τι ειπώθηκε;

Τι νόημα έδωσα εγώ σε αυτό;

Τι ένιωσα εξαιτίας αυτού του νοήματος;

Για παράδειγμα:

Κάποιος λέει: «Δεν μπορώ να μιλήσω αυτή τη στιγμή. Θα το συζητήσουμε αργότερα.»

Το γεγονός είναι ότι δεν θέλει ή δεν μπορεί να συνεχίσει τη συζήτηση εκείνη τη στιγμή.

Η δική μου ερμηνεία μπορεί να είναι: «Δεν τον ενδιαφέρει αυτό που νιώθω.» Και το συναίσθημά μου μπορεί να είναι λύπη, θυμός ή απόρριψη.

Όμως υπάρχει και μια άλλη πιθανότητα:

Ο άλλος μπορεί πράγματι να χρειάζεται χρόνο για να ηρεμήσει, να σκεφτεί ή να αποφύγει μια πιο έντονη σύγκρουση. Η ερμηνεία μας δεν είναι απαραίτητα λανθασμένη. Απλώς χρειάζεται να θυμόμαστε ότι είναι ερμηνεία και όχι πάντα βεβαιότητα.

Η διαφορά αυτή μπορεί να αλλάξει ολόκληρη την πορεία μιας συζήτησης.

Όταν η συναισθηματική ένταση παίρνει τον έλεγχο

Όταν βρισκόμαστε σε ένταση, η ικανότητά μας να ακούμε με ακρίβεια περιορίζεται.

Ο νους μας αναζητά πολύ γρήγορα απαντήσεις σε ερωτήματα όπως:

«Με απορρίπτει;»

«Με κρίνει;»

«Με υποτιμά;»

«Προσπαθεί να μου επιτεθεί;»

«Πρέπει να προστατευτώ;»

Και τότε μπορεί να περάσουμε σε μια αμυντική στάση πριν καν καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη. Μπορεί να σηκώσουμε τον τόνο της φωνής μας. Να γίνουμε ειρωνικοί. Να κατηγορήσουμε. Να απομακρυνθούμε. Να σταματήσουμε να ακούμε. Ή να προσπαθήσουμε να «κερδίσουμε» τη συζήτηση αντί να καταλάβουμε τι πραγματικά συμβαίνει.

Η συναισθηματική ρύθμιση δεν σημαίνει ότι δεν θυμώνουμε ή ότι δεν πληγωνόμαστε. Σημαίνει ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε τι μας συμβαίνει πριν αφήσουμε το συναίσθημα να αποφασίσει αποκλειστικά για το πώς θα αντιδράσουμε.

Μερικά δευτερόλεπτα παύσης μπορούν να αλλάξουν σημαντικά μια δύσκολη συζήτηση.

Η ενεργητική ακρόαση δεν σημαίνει συμφωνία

Πολλοί θεωρούν ότι αν προσπαθήσουν να καταλάβουν τον άλλον, τότε είναι σαν να παραδέχονται ότι εκείνος έχει δίκιο. Δεν είναι έτσι. Μπορούμε να ακούσουμε πραγματικά έναν άνθρωπο και ταυτόχρονα να διαφωνούμε μαζί του.

Μπορούμε να πούμε: «Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις, αλλά εγώ το βλέπω διαφορετικά.»

Ή: «Αυτό που άκουσα με ενόχλησε. Θέλω να καταλάβω αν αυτή ήταν πράγματι η πρόθεσή σου.»

Αυτή η στάση δημιουργεί χώρο για διευκρίνιση. Και πολλές συγκρούσεις γεννιούνται ακριβώς επειδή κανείς δεν ζητά αυτή τη διευκρίνιση. Ο ένας υποθέτει τι εννοούσε ο άλλος, ο άλλος αντιδρά στην αντίδραση του πρώτου και πολύ γρήγορα η συζήτηση απομακρύνεται από το αρχικό θέμα. Στο τέλος, δύο άνθρωποι μπορεί να μαλώνουν περισσότερο για τις ερμηνείες τους παρά για το πραγματικό γεγονός.

Το δικό μας μερίδιο στη σύγκρουση

Η αυτογνωσία στην επικοινωνία απαιτεί και κάτι ακόμη δύσκολο: την ικανότητα να αναγνωρίζουμε το δικό μας μερίδιο. Όχι για να κατηγορούμε τον εαυτό μας. Αλλά για να μπορούμε να βλέπουμε καθαρά πώς συμμετέχουμε στη δυναμική μιας σχέσης.

Μπορεί ο άλλος να είπε κάτι άκομψα, αλλά εμείς να το μεγαλοποιήσαμε. Μπορεί να είχαμε δίκιο στο παράπονό μας, αλλά να το εκφράσαμε με τρόπο επιθετικό. Μπορεί να νιώσαμε ότι δεν μας ακούνε, αλλά ταυτόχρονα να μην αφήσαμε και τον άλλο να ολοκληρώσει αυτό που ήθελε να πει.

Η ανάληψη ευθύνης δεν σημαίνει: «Εγώ φταίω για όλα.»

Σημαίνει: «Ποιο μέρος αυτής της κατάστασης μπορώ να αναγνωρίσω ως δικό μου;»

Αυτή η ερώτηση είναι πολύ πιο χρήσιμη από το να αναζητούμε ποιος είναι ο «ένοχος» κάθε σύγκρουσης.

Και τι γίνεται όταν πράγματι ο άλλος είναι προσβλητικός;

Η αυτοπαρατήρηση δεν πρέπει να μετατρέπεται σε ακύρωση του εαυτού μας. Δεν χρειάζεται να ψάχνουμε συνεχώς αν «ίσως είμαστε υπερβολικοί» όταν απέναντί μας υπάρχει ξεκάθαρη υποτίμηση, προσβολή, χειριστική συμπεριφορά ή επαναλαμβανόμενη παραβίαση των ορίων μας.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου κάτι πράγματι ειπώθηκε με τρόπο προσβλητικό. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο θυμός μας είναι μια εύλογη αντίδραση. Και υπάρχουν σχέσεις όπου η προσπάθεια συνεχούς κατανόησης του άλλου μπορεί να μας οδηγήσει στο να αγνοούμε τις δικές μας ανάγκες.

Η συναισθηματική ωριμότητα, λοιπόν, δεν σημαίνει παθητικότητα. Δεν σημαίνει ότι ανεχόμαστε τα πάντα.

Σημαίνει ότι μπορούμε να πούμε: «Αυτός ο τρόπος που μου μιλάς δεν είναι αποδεκτός για μένα.» Χωρίς να χρειαστεί απαραίτητα να προσβάλουμε, να απειλήσουμε ή να εκδικηθούμε.

Τα όρια μπορούν να είναι σταθερά χωρίς να είναι επιθετικά.

Η παύση πριν από την αντίδραση

Σε μια δύσκολη στιγμή μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας μερικές απλές ερωτήσεις:

Τι ακριβώς είπε ο άλλος; Αν το επαναλάμβανα λέξη προς λέξη, τι θα είχε ειπωθεί πραγματικά;

Τι συμπέρασμα έβγαλα εγώ; Τι υπέθεσα για την πρόθεση του άλλου;

Τι ένιωσα; Θυμό; Ντροπή; Απόρριψη; Αδικία; Φόβο;

Μου θυμίζει αυτό κάτι άλλο; Υπάρχει παλαιότερη εμπειρία που κάνει αυτή τη στιγμή πιο φορτισμένη;

Χρειάζομαι να απαντήσω τώρα; Ή θα ήταν καλύτερο να πάρω λίγο χρόνο και να επιστρέψω στη συζήτηση όταν μπορώ να εκφραστώ πιο καθαρά;

Αυτές οι ερωτήσεις δεν εξαφανίζουν το συναίσθημα. Μας βοηθούν όμως να μην γινόμαστε αιχμάλωτοί του.

Από την αντίδραση στην επικοινωνία

Η διαφορά ανάμεσα στην αντίδραση και στην επικοινωνία είναι συχνά πολύ μικρή χρονικά, αλλά πολύ μεγάλη ως προς το αποτέλεσμα.

Η αντίδραση λέει: «Με πλήγωσες, άρα θα σου επιτεθώ.»

Η επικοινωνία λέει: «Αυτό που άκουσα με πλήγωσε. Θέλω να καταλάβω τι εννοούσες.»

Η αντίδραση λέει: «Πάντα κάνεις το ίδιο.»

Η επικοινωνία λέει: «Όταν συμβαίνει αυτό, νιώθω ότι δεν ακούγομαι.»

Η αντίδραση προσπαθεί να προστατεύσει τον εαυτό μέσα από άμυνα. Η επικοινωνία προσπαθεί να προστατεύσει τον εαυτό μέσα από σαφήνεια. Και αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε συζήτηση θα καταλήξει σε συμφωνία ή συμφιλίωση. Μερικές φορές η πιο ώριμη κατάληξη μιας συζήτησης είναι απλώς να αναγνωρίσουμε ότι διαφωνούμε. Άλλες φορές είναι να θέσουμε ένα όριο. Και κάποιες φορές είναι να απομακρυνθούμε από μια επικοινωνία που επανειλημμένα μας βλάπτει.

Η ώριμη επικοινωνία δεν είναι η απουσία σύγκρουσης

Μια υγιής σχέση δεν είναι μια σχέση χωρίς διαφωνίες. Οι άνθρωποι έχουν διαφορετικές ανάγκες, αξίες, αντιλήψεις και τρόπους έκφρασης. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτο μέρος των ανθρώπινων σχέσεων. Το πραγματικό ζήτημα είναι πώς διαχειριζόμαστε τη διαφωνία.

Μπορούμε να διαφωνούμε χωρίς να ταπεινώνουμε. Μπορούμε να πληγωνόμαστε χωρίς να επιτιθέμεθα. Μπορούμε να ακούμε χωρίς να ακυρώνουμε τον εαυτό μας. Μπορούμε να θέτουμε όρια χωρίς να προσπαθούμε να ελέγξουμε τον άλλο. Και μπορούμε να αναγνωρίζουμε το συναίσθημά μας χωρίς να θεωρούμε ότι κάθε σκέψη που γεννήθηκε μέσα από αυτό αποτελεί απόλυτη αλήθεια.

Ίσως, λοιπόν, μία από τις πιο σημαντικές ερωτήσεις που μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας μέσα σε μια δύσκολη συζήτηση είναι: «Απαντώ σε αυτό που πραγματικά ειπώθηκε ή σε αυτό που ένιωσα ότι ειπώθηκε και τελικά με πόνεσε;»

Η απάντηση δεν είναι πάντα εύκολη. Όμως η ίδια η ερώτηση δημιουργεί έναν πολύτιμο χώρο ανάμεσα στο ερέθισμα και στην αντίδρασή μας. Και μέσα σε αυτόν τον χώρο μπορούμε να επιλέξουμε.

Να ακούσουμε.

Να διευκρινίσουμε.

Να εκφράσουμε αυτό που νιώθουμε.

Να αναγνωρίσουμε το δικό μας μερίδιο.

Να θέσουμε ένα όριο όταν χρειάζεται.

Και τελικά να παραμείνουμε συνδεδεμένοι με τον εαυτό μας ακόμη και όταν ο άνθρωπος απέναντί μας βλέπει τα πράγματα διαφορετικά. Γιατί η ώριμη επικοινωνία δεν προϋποθέτει πάντα συμφωνία. Προϋποθέτει επίγνωση, σεβασμό, σαφήνεια και την ικανότητα να ξεχωρίζουμε το τι ειπώθηκε από το τι ενεργοποιήθηκε μέσα μας όταν το ακούσαμε.